Γερμανικά » Ελληνικά

Μεταφράσεις για „Heranwachsende Heranwachsender“ στο λεξικό Γερμανικά » Ελληνικά (Μετάβαση προς Ελληνικά » Γερμανικά)

Heranwachsende(r) <-n, -n> SUBST mf

heran|wachsen

heranwachsen irr VERB αμετάβ +sein:

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский